κακοπερνώ

κακοπερνώ
κακοπερνώάω αμετ. бедствовать, влачить жизнь полную лишений; вести безотрадную жизнь, не иметь отрады в жизни

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "κακοπερνώ" в других словарях:

  • κακοπερνώ — και κακοπερνάω κακοπέρασα, κακοπερασμένος, ταλαιπωρούμαι, περνώ άσκημα: Κακοπεράσαμε στην εκδρομή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • κακοπερνώ — κακοπερνάω / κακοπερνώ, κακοπέρασα βλ. πίν. 68 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κακοπερνώ — άω 1. περνώ άσχημα, ζω με στερήσεις, κακοζώ 2. υποφέρω, ταλαιπωρούμαι, βασανίζομαι («κακοπεράσαμε στο ταξίδι») …   Dictionary of Greek

  • αδικοπερνώ — ( άω) περνάω άσχημα, κακοπερνώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < αδικο * + περνώ] …   Dictionary of Greek

  • ακακοπέραστος — η, ο [κακοπερνώ] αυτός που δεν κακοπέρασε, που δεν δυστύχησε στη ζωή του, ο αταλαιπώρητος …   Dictionary of Greek

  • κακ(ο)- — (AM κακ[ο] ) α συνθετικό πάμπολλων λέξεων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής. Τα σύνθετα στα οποία εμφανίζεται είναι στο σύνολό τους σχεδόν προσδιοριστικού τύπου (δηλ. το α συνθετικό προσδιορίζει το β , πρβλ. κακο μούτσουνος, κακο ντυμένος) με… …   Dictionary of Greek

  • κακοπέραση — και κακοπερασιά, ή [κακοπερνώ] φτωχική, στερημένη ζωή …   Dictionary of Greek

  • κακοπερνάω — / κακοπερνώ, κακοπέρασα βλ. πίν. 68 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • ψευτοζώ — ζω με στερήσεις, κακοπερνώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψευτοπερνώ — και ψευτοπερνάω ψευτοπέρασα, ψευτοζώ, ζω με δυσκολίες, κακοπερνώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»